ἐργάτης

ἐργᾰτ-ης, ου, ,
A workman, Hermes 17.5 ([place name] Delos), Ev.Matt.10.10, etc. ; esp. one who works the soil, husbandman,

γῆς ἐ. Hdt.4.109

,5.6 ;

οἱ ἐ. οἱ περὶ γεωργίαν D.35.32

: abs., S.OT859, E.El.75, etc. : also with Subst.,

ἐ. ἀνήρ Theoc.10.9

, D. 59.50 ; οὑργάτης λεώς the country-folk, Ar.Pax632 ; of animals, βοῦς ἐ. a working ox, Archil.39, S.Fr.563 ;

ἐ. σφῆκες Arist.HA627b32

; also ἐ. θαλάττης, of a fisher, Alciphr.1.11 ; ἐ. λίθων a stone-mason, Luc.Somn.2.
b in the religious sense, 2 Ep.Ti.2.15, 2 Ep.Cor.11.13 (pl.).
2 Adj.hard-working, strenuous,

ἐ. στρατηγός X.Cyr.1.6.18

;

σώφρων κἀ. Ar.Ach.611

; opp.ἀργός, Pl.Euthd.281c ;

φειδωλὸς καὶ ἐ. Id.R.554a

.
II one who practises an art,

τῶν ἐν πολέμῳ X.Cyr.4.1.4

; ἐ. δίκης, of a judge, Lyc.128 : abs., practitioner in some special branch of surgery, e.g. lithotomy,

ἐ. ἄνδρες Hp.Jusj.

III doer,

ἄσημος οὑργ. τις ἤν S.Ant.252

;

τῶν καλῶν X.Mem.2.1.27

;

ἀνομίας LXX 1 Ma.3.6

;

τῆς ἀδικίας Ev.Luc. 13.27

.
IV producer,

τῶν ἐν τῷ κόσμῳ γινομένων Heraclit.75

;

[Αἰὼν] θείας φύσεως ἐ. SIG1125.12

([place name] Eleusis).
V a sort of capstan or windlass, Bito 58.12, Vitr.10.2.7,al., Orib.49.4.1.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐργάτης — workman masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εργάτης — Εκείνος που εργάζεται κυρίως με τα χέρια του και ζει από την αμοιβή αυτής της εργασίας. Οι ε. είναι βασική παραγωγική δύναμη της σύγχρονης κοινωνίας και διακρίνονται σε βοηθητικούς (αυτοί που στην επιχείρηση εξυπηρετούν την κύρια παραγωγή), σε ε …   Dictionary of Greek

  • εργάτης — ο θηλ. εργάτρια 1. αυτός που εργάζεται σωματικά. 2. αυτός που εργάζεται χειρωνακτικά με το μεροκάματο: Στο εργοστάσιο απασχολούνται πολλοί εργάτες. 3. ειδικά αυτός που εργάζεται σε εργοστάσιο. 4. αυτός που γενικά εργάζεται σε αντίθεση προς τον… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εργάτης — [эргаггис] ουσ. а. рабочий …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • κἀργάτης — ἐργάτης , ἐργάτης workman masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὑργάτης — ἐργάτης , ἐργάτης workman masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργάται — ἐργάτης workman masc nom/voc pl ἐργάτᾱͅ , ἐργάτης workman masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργατῶν — ἐργάτης workman masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργάταιν — ἐργάτης workman masc gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργάταις — ἐργάτης workman masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργάτην — ἐργάτης workman masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.